Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Θωμάς

της Λίτσας Ψαραύτη

Είχαμε πιάσει τα μπροστινά καθίσματα του αεροπλάνου και προσπαθούσαμε να βο­λευ­­τού­με ανάμεσα σε πακέτα, τσάντες και ταξιδιωτικούς σάκους. Οι επιβάτες συ­νω­στί­ζο­νταν στον διάδρομο ψάχνοντας να βρουν τις θέσεις τους και καθώς περνούσαν α­πό μπρο­στά μας κοντοστέκονταν και οι ματιές τους ήταν γεμάτες περιέργεια και α­πο­ρί­α. Και πώς να μην απορούν; Η ομάδα μας φορούσε κάτασπρα μπλουζάκια που έ­γρα­φαν πάνω τους «Ει­δι­κοί Ολυμπιακοί Αγώνες» και τέτοιους αγώνες δεν είχαν ξα­να­κού­σει.

Μόλις απογειωθήκαμε, ο Θωμάς κόλλησε το πρόσωπό του στο παράθυρο του α­ε­ρο­πλά­­νου κι έκανε σαν μικρό παιδί:
– Μαμά, κοίταξε πώς φαίνονται τα σπίτια, σαν κουτάκια... Και οι δρόμοι μοιάζουν με με­­γά­λα φίδια. Να κι ένα καράβι... Μικρούλικο που είναι!

Κι όμως, ο Θωμάς δεν ήταν πια παιδί. Σε δυο μήνες έκλεινε τα είκοσι, παλικαράκι ψη­λό­­λι­γνο, ξανθό, με γαλάζια μάτια σαν ήμερες θάλασσες. Μόνο το μυαλό του δε με­γά­λω­σε, έμεινε όπως ήταν στα πρώτα παιδικά του χρόνια. Γιατί ο Θωμάς γεν­νή­θη­κε πνευ­μα­τι­κά κα­θυστερημένος.

Όταν έγινε τεσσάρων χρονών, τον γράψαμε σ’ ένα νηπιαγωγείο για ειδικά παιδιά. Του ά­ρεσε το καθημερινό πηγαινέλα με το σχολικό λεωφορείο, τα παιχνίδια, η νη­πι­α­γω­γός που τον αγαπούσε και δεν κουραζόταν να τον ανεβοκατεβάζει στα όργανα της παι­δικής χαράς.

Στο σπίτι γινόταν σωστό πανηγύρι κάθε φορά που ο Θωμάς έλεγε και μια καινούργια λέ­ξη. Στο ειδικό δημοτικό σχολείο έμαθε να γράφει και να διαβάζει απλές φράσεις. Του ά­ρεσε να ζωγραφίζει, ταίριαζε τα χρώματα με μεγάλη ευαισθησία κι αγαπούσε με πάθος τη μουσική. Πέταγε από τη χαρά του όταν του χαρίζαμε κασέτες με τρα­γού­δια του Νταλάρα και της Μούσχουρη.

Ήξερα πως δε θα γινόταν ποτέ ζωγράφος κι ούτε θα μάθαινε να παίζει όργανα μου­σι­κά. Και τι μ’ αυτό; Σκεφτόμουνα ότι ο Θωμάς έχει τις χάρες του, είναι ευ­χα­ρι­στη­μέ­νος με τις μπογιές του, τους δίσκους της μουσικής, και η καρδιά μου ημέρευε.

***

– Θέλετε ν’ ακούσετε λίγη μουσική; Έχουμε ακόμη πολλές ώρες μέχρι να φτάσουμε· η αεροσυνοδός, ευγενικιά, ήρθε φορτωμένη μ’ ένα μάτσο ακουστικά μέσα σε πλα­στι­κά σακουλάκια.

Άλλο που δεν ήθελε ο Θωμάς. Τα στερέωσε στ’ αφτιά του, βρήκε το κανάλι που του ά­­ρε­σε και για αρκετή ώρα δε σάλεψε από τη θέση του. Ακόμα κι όταν έσκυψε πάνω του ο Γεράσιμος, δεν κουνήθηκε καθόλου.

Ο Γεράσιμος ήταν ο γυμναστής, ο προπονητής κι ο καλύτερος φίλος του Θωμά. Χτύ­πη­σε την πόρτα μας ένα Σάββατο βράδυ κι η ζωή μας άλλαξε από τη μια στιγμή στην άλ­λη.
– Είμαι ο Γεράσιμος, ο καινούργιος γυμναστής στο σχολείο του Θωμά. Ήρθα να μι­λή­­σου­με για τον γιο σας.
– Έκανε τίποτα; Μήπως χτύπησε κανένα παιδί; τον έκοψα ανήσυχη.
– Όχι, το αντίθετο μάλιστα, έκανε κάτι σπουδαίο. Παίζαμε μπάσκετ προχθές στην αυ­λή του σχολείου. Κάποια στιγμή η μπάλα τού ξέφυγε. Ο Θωμάς έτρεξε να την πιά­σει. Η μπά­λα, παίρνοντας τον κατήφορο, απόχτησε ταχύτητα. Από πίσω κι ο Θωμάς που φο­βό­ταν μην κυλήσει στον γκρεμό και χαθεί. Κι όσο η μπάλα κατρακυλούσε τό­σο ο Θω­μάς δυ­νά­μω­νε το τρέξιμό του αποφασισμένος να την πιάσει. Την πρόλαβε στη μέ­ση του δρό­μου.

Εγώ κρατούσα την αναπνοή μου.
– Φοβήθηκες μην πέσει ο Θωμάς στον γκρεμό; ανατρίχιασα.
– Όχι, ο γιος σας ήξερε τις δυνάμεις του και τις μέτρησε σωστά. Εκείνο που δε γνώ­ρι­ζε ήταν πως είχε τρέξει πάνω από εκατό μέτρα, αυξάνοντας μάλιστα την τα­χύ­τη­τά του προς το τέλος. Υπολογίζω ότι έκανε τα εκατό μέτρα σε δεκαπέντε δευτερόλεπτα. Εί­ναι σπου­δαίος χρόνος για ειδικό παιδί που δε γυμνάζεται κανονικά. Θέλω να τον προ­πο­νή­σω στον δρόμο των εκατό μέτρων, για να πάρει μέρος στους αγώνες στο τέ­λος της σχολι­κής χρονιάς. Γι’ αυτό ήρθα σήμερα, να ζητήσω την άδειά σας.

Στην αρχή ήμουνα διστακτική, δεν ήθελα να κουράζεται ο Θωμάς. Φοβόμουνα κιό­λας μην πέσει και χτυπήσει, μήπως ιδρώσει και κρυολογήσει.
– Θα του κάνει καλό ο αθλητισμός. Θα δυναμώσει τον χαρακτήρα του. Θα γνωρίσει κι άλλα παιδιά, θα γίνει πιο κοινωνικός. Δε θα τον πιέσω ποτέ να κάνει περισσότερα απ’ ό­σα μπορεί. Θα μείνουμε μακριά από ανταγωνισμούς και ρεκόρ.

Τα επιχειρήματά του ήταν λογικά, μ’ έπεισε. Ένιωθα ότι μπορούσα να του έχω ε­μπι­στο­σύ­­νη, ο Θωμάς θα ήταν σε καλά χέρια.

Τρεις φορές την εβδομάδα ο Γεράσιμος έπαιρνε τον Θωμά για προπόνηση στο γήπεδο της γειτονιάς. Στην αρχή δεν ήταν καθόλου εύκολο. Ένα απόγευμα ο Θωμάς γύρισε κλα­μέ­νος, με μάγουλα γρατζουνισμένα.
– Δεν ξαναπάω πια στο γήπεδο. Την ώρα που έβαζα τη φόρμα μου, ένα παιδί μου φώ­να­­ξε «καλώς τα βλίτα» κι όλοι σκάσανε στα γέλια. Αναγκάστηκα κι εγώ να του ρί­ξω μια μπουνιά, είπε κι ήταν έτοιμος να ξαναβάλει τα κλάματα.
– Να δεις που δε θα σε πειράξει πια, τον παρηγορούσα.

Άλλες φορές, πάλι, βαριόταν. Προτιμούσε να βλέπει τηλεόραση, ν’ ακούει μουσική. Τό­τε ο Γεράσιμος έβαζε μπροστά τα μεγάλα μέσα.
– Θα είναι κι η Μαρίνα στην προπόνηση. Αν δεν έρθεις, θα της πέσει από δίπλα ο Μά­νος ο μπασκετμπολίστας και πάει, την έχασες.

Η Μαρίνα ήταν ο «έρωτας» του Θωμά. Όταν την έβλεπε να μιλάει με τ’ άλλα τ’ α­γό­ρια, έ­σκαγε απ’ τη ζήλια του.

Είδε κι έπαθε ο Γεράσιμος να τον στρώσει. Χίλια δυο μικροπράγματα που τα κανονικά παι­διά τα έκαναν μ’ ευκολία ήταν βουνό ολόκληρο για τον Θωμά. Έπρεπε να μάθει πως ό­ταν ξεκινούσε το τρέξιμο, έπρεπε και να τερματίσει. Τις περισσότερες φορές έ­φτα­νε στη μέση της διαδρομής και σταματούσε. Άλλοτε πάλι δυσκολευόταν να τρέξει μέ­σα στον διάδρομο. Έβγαινε έξω από τις γραμμές και περνούσε στο διπλανό κου­λου­άρ που έτρεχαν οι άλλοι αθλητές. Τότε η κούρσα ακυρωνόταν και τα παιδιά χα­λού­σαν τον κό­σμο με φωνές και παράπονα.

***

Τη μέρα των αγώνων το γήπεδο ήταν κατάμεστο από γονείς, συγγενείς, φίλους, δά­σκα­­λους, εκπαιδευτές. Μόνον ο υπουργός δεν ήρθε. Έστειλε όμως ένα φλύαρο μή­νυ­μα «συμπαράστασης» γεμάτο υποσχέσεις.

Οι αθλητές στάθηκαν στην αφετηρία, ετοιμάστηκαν, δόθηκε η εκκίνηση. Ο αφέτης έ­δω­­σε την εκκίνηση με μια σφυρίχτρα κι όλα πήγαν καλά. Ο Θωμάς έβαλε τα δυνατά του και κα­τά­φερε να τερματίσει πρώτος. Με τα χέρια σηκωμένα ψηλά, όπως έβλεπε να κάνουν τα με­γά­λα αστέρια του στίβου στην τηλεόραση, χαιρετούσε, έστελνε φι­λιά, ιδιαίτερα στις πρώ­τες κερκίδες, εκεί που καθόταν η Μαρίνα. Ξέχασε όλες τις συμ­βου­λές και τα λόγια του Γεράσιμου. Στάθηκε αδύνατο εκείνη τη μεγάλη στιγμή να θυμηθεί ότι η συμμετοχή με­τράει περισσότερο κι από τη νίκη, ο ανταγωνισμός και η προσωπική προβολή δε συμ­βιβάζονται με το πνεύμα των αγώνων. Η ανάγκη για δι­ά­κρι­ση, που είναι βαθιά ριζωμένη στον κάθε άνθρωπο, κυριάρχησε μέσα του. Ο Θω­μάς ήθελε να νικήσει, να νιώσει τη χα­ρά του νικητή, ν’ ακούσει τα χειροκροτήματα του κόσμου, ν’ αποδείξει στον Γεράσιμο, στους φίλους του, στη Μαρίνα, σ’ όλους ε­μάς που τον αγαπούσαμε, ότι ήταν ικανός όχι μόνο να τρέξει αλλά και να κερδίσει.

Το βράδυ στήθηκε από νωρίς μπροστά στην τηλεόραση ν’ ακούσει τις αθλητικές ει­δή­­σεις.
– Θα μας δείξει κι εμάς η τηλεόραση, ε μαμά; ρωτούσε κάθε τόσο.

Δε βρέθηκε όμως ούτε ένας δημοσιογράφος να πει δυο λόγια ούτε μια κάμερα να δεί­ξει έστω και για λίγα λεπτά τους αγώνες των παιδιών μας, τη μεγάλη χαρά και τον εν­θου­σι­α­­σμό τους.

– Του χρόνου θα πάμε στην Αμερική, στους Ειδικούς Ολυμπιακούς Αγώνες, έλεγε την άλλη μέρα, σοβαρός, ο Γεράσιμος. Να δούμε τι γίνεται και στις άλλες χώρες, να γνω­ρί­­σουν τα παιδιά μας τους ξένους αθλητές, να δείξουμε κι εμείς τι αξίζουμε. Δεν πρό­κει­ται να ξεχάσουμε τις αρχές και τους στόχους μας επειδή θα πάμε στους με­γά­λους αγώνες. Φαντάζεστε να μπορέσουμε μια μέρα να οργανώσουμε στην Ελλάδα μια Παγκόσμια Ειδι­κή Ολυμπιάδα;

***

Ο ενθουσιασμός και το πάθος του Γεράσιμου νίκησαν και τους τελευταίους δι­σταγ­μούς μου. Μέσα σε λίγους μήνες σχηματίστηκε η ολυμπιακή ομάδα. Τέσσερα παιδιά ό­λα κι ό­λα: Ο Θωμάς, οι δίδυμες (η Σοφία και η Όλγα, τα δελφινάκια μας στην πε­τα­λού­δα) κι ο Μιχάλης, που πηδούσε άλμα εις ύψος.

Ο Γεράσιμος συνέχισε να προπονεί τα παιδιά κι εκείνα μετρούσαν τις βδομάδες και τους μήνες μέχρι να φτάσει η ημέρα της αναχώρησης.

– Φτάνουμε σε λίγα λεπτά, παρακαλούμε δέστε τις ζώνες σας, η φωνή από το με­γά­φω­­νο ξύπνησε και τους τελευταίους κοιμισμένους επιβάτες.

Έξω ήταν ακόμα σκοτάδι, στο βάθος όμως η πόλη, κατάφωτη, περίμενε τα παιδιά απ’ ό­λο τον κόσμο, για να δώσει φτερά στις ελπίδες και στα όνειρά τους. Στο αεροδρόμιο που προσγειωθήκαμε μια πελώρια φωτεινή επιγραφή έγραφε το σύνθημα της Ο­λυ­μπι­ά­­δας: «Δώσε μου την ευκαιρία ν’ αγωνιστώ κι αν δε νικήσω, άσε με να νιώσω πε­ρή­φα­νος που προσπάθησα».


Τελικά, τον Σεπτέμβριο του 2004 έγιναν Παραολυμπιακοί Αγώνες και στην πατρίδα μας. Πριν πάμε στο Ο­λυμπιακό Στάδιο για να τους παρακολουθήσουμε, τα εκτάκια του σχολείου μας τίμησαν τον Θωμά και έ­φτια­ξαν σε χαρτόνια το σύνθημα της ιστορίας του. Όταν μάλιστα το σήκωσαν μέσα στον αγωνιστικό χώ­ρο, κέρδισαν τα χειροκροτήματα των παριστάμενων θεατών!


Μέναμε στους φοιτητικούς ξενώνες του Πανεπιστημίου και τρώγαμε καθημερινά στη με­­γά­λη τραπεζαρία όλοι μαζί, αθλητές και συνοδοί απ’ όλο τον κόσμο, άσπροι, μαύ­ροι, κί­τρι­νοι. Όλα τα παιδιά έγιναν φίλοι απ’ την πρώτη κιόλας μέρα. Κουβέντιαζαν με τη γλώσ­σα της καρδιάς, που δε γνωρίζει πατρίδες και σύνορα, αυτή την υπέροχη γλώσ­σα της α­γάπης που ξέρουν και τη μιλούν όσοι έχουν άδολες ψυχές.

Η μέρα των αγώνων ξημέρωσε λαμπρή. Ο ουρανός ήταν καταγάλανος κι α­στρα­φτε­ρός, το πράσινο στα δέντρα ολόφρεσκο. Όταν μπήκαμε στο στάδιο, σάστισα. Α­λή­θεια, όλοι αυ­τοί οι άνθρωποι, περισσότεροι από πενήντα χιλιάδες, είχαν έρθει για να δουν αγώνες παιδιών πνευματικά καθυστερημένων; Δυσκολευόμουνα να το πι­στέ­ψω.
– Ο κόσμος εδώ αγαπάει και σέβεται κάθε άνθρωπο αδικημένο, αναγνωρίζει ότι έχει κι αυτός δικαίωμα στη ζωή, στη χαρά, στην ευτυχία, μου ψιθύρισε ο Γεράσιμος, λες κι είχε διαβάσει τη σκέψη μου. Ύστερα πήρε τον Θωμά και πήγαν στ’ αποδυτήρια.

Πρώτη, όπως γίνεται σ’ όλους τους Ολυμπιακούς Αγώνες, θα ήταν η ελληνική ο­μά­δα. Α­πό το πρωί ο Θωμάς ήταν ανήσυχος και νευρικός. Έτρεμε από υπερένταση κι α­νυ­πο­μο­­νη­σί­α.
– Θέλω να κερδίσω, έστω και το χάλκινο μετάλλιο. Το έχω υποσχεθεί στη Μαρίνα, έ­λε­­γε κάθε τόσο.

Ο Γεράσιμος, για να τον ηρεμήσει, τον πήρε κι έκαναν μια μεγάλη βόλτα στο πάρκο. Τάι­σαν τις πάπιες στη λίμνη, έφαγαν παγωτό, κουβέντιασαν. Γύρισε στον ξενώνα καλ­μα­ρι­­σμέ­νος.

Άρχισε η παρέλαση. Τα παιδιά μπήκαν στο στάδιο φανερά σαστισμένα. Οι δίδυμες κρα­τιό­­νταν χέρι χέρι για να παίρνουν θάρρος. Ο Θωμάς, ένα βήμα μπροστά, α­γω­νι­ζό­ταν να κρατήσει τη σημαία ψηλά και ν’ ακολουθήσει το κορίτσι που κρατούσε την τα­μπέ­λα με τη λέξη «Ελλάς».

Έκαναν ολόκληρο τον γύρο του σταδίου. Ο κόσμος χειροκροτούσε την ελληνική ομά­δα, οι ομογενείς της πόλης είχαν ξεδιπλώσει ελληνικές σημαίες και τις κουνούσαν πέ­ρα δώθε. Ο ενθουσιασμός του κόσμου είχε συνεπάρει την ομάδα. Χαιρετούσαν δεξιά κι αρι­στερά, οι δίδυμες είχαν αφήσει τα χέρια. Προσπαθούσα να κρατηθώ, να μη βά­λω τα κλά­ματα.

Η παρέλαση τελείωσε, τελείωσαν οι λόγοι, οι χαιρετισμοί των επισήμων. Οι αθλητές α­πο­­χώ­ρη­σαν με τάξη κι αμέσως άρχισαν τ’ αγωνίσματα. Η εξάδα των δρομέων στον τε­λι­κό των εκατό μέτρων πήρε τη θέση της στην αφετηρία. Ανάμεσά τους κι ο Θω­μάς. Δίπλα του χοροπηδούσε ο Γιόμο από την Κένυα, ακόμα πιο μαύρος μέσα στο κα­τά­λευ­κο μπλου­ζάκι του.

Μπήκαν στη γραμμή. Έφυγαν. Ο Γιόμο πρώτος σαν βολίδα. Πίσω του ο δρομέας από την Ιταλία και τρίτος ο Θωμάς. Κι εκεί, λίγα μέτρα πριν το τέρμα, ο Γιόμο έχασε το βή­μα του, παραπάτησε, άνοιξε τα χέρια του κι έπεσε στο έδαφος. Ένα μυριό­στομο «ααααα» ση­κώ­θηκε από τις κερκίδες. Οι άλλοι δρομείς προσπέρασαν τον Γιόμο και συ­νέ­χι­σαν το τρέξι­μο προς το τέρμα.

Ξαφνικά είδα τον Θωμά να σταματάει και να γυρίζει πίσω. Γονάτισε πλάι στον Γιόμο, τον βοήθησε να σηκωθεί, να σταθεί στα πόδια του. Ο κόσμος κρατούσε την αναπνοή του, μύγα να πέταγε μέσα στο στάδιο θ’ ακουγόταν. Ύστερα και οι δυο μαζί, α­γκα­λια­σμέ­νοι, έτρεξαν στην υπόλοιπη διαδρομή και τερμάτισαν τελευταίοι.

Σείστηκε το στάδιο από τα χειροκροτήματα. Οι θεατές, όρθιοι, χτυπούσαν τα χέρια τους ρυθμικά, ανέμιζαν τις σημαίες, φώναζαν «μπρά-βο, μπρά-βο».

Εγώ άκουγα μόνο. Δεν μπορούσα πια να δω τι γινόταν από κει και ύστερα. Τα μάτια μου είχαν θαμπώσει από τα δάκρυα. Ήθελα να σηκωθώ και να φωνάξω σ’ όλο εκείνο το πλή­θος που παραληρούσε από ενθουσιασμό:
– Είναι το παιδί μου αυτό, ο Θωμάς μου, εγώ τον γέννησα και είμαι η πιο περήφανη κι ευ­τυχισμένη μάνα στον κόσμο! Η φωνή μου όμως δεν έβγαινε· μόνο τα μάτια μου έ­τρε­­χαν βρύσες.







Το βιβλίο της Λίτσας Ψαραύτη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγκυρα. Η εικονογράφηση είναι του Σπύρου Γούση.




Περισσότερα μπορείτε να δείτε στον ιστότοπο της συγγραφέως (πατήστε εδώ).







ΠΗΓΗ: ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ Ε'-ΣΤ' ΤΑΞΗΣ | ΕΙΚΟΝΕΣ: podilato98.blogspot.gr, boutique.info-grece.com


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ μη γράφετε με greeklish ή κεφαλαία (σημαίνει ότι φωνάζετε), γιατί τα σχόλια θα διαγράφονται. Πριν τη δημοσίευση ελέγξτε για τυχόν λάθη απροσεξίας, πατώντας στο κουμπί «Προεπισκόπηση». Περισσότερα εδώ.