Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Συνέντευξη με τον Ανδρέα Σκευοφύλακα

Θεατρικό του Anthony12 και της Nasia28

Αφηγητής: Ας συνεχίσουμε τώρα τη γιορτή μας με μια άλλη συ­νέ­ντευ­ξη. Μια συ­νέ­ντευ­ξη ενός ανθρώπου ο οποίος έχει μετανιώσει πάρα πολύ γι’ αυτό που έκανε όπως εί­πε και ο ίδιος «Ντρέπομαι γι’ αυτό που ήμουν, γι’ αυτό που έκανα». Ο άνθρωπος αυ­τός επί ονό­ματι Ανδρέας Σκευοφύλακας θα μας μιλήσει για τότε... που γκρέμισε την πύλη του Πολυ­τεχνείου.

Δημοσιογράφος (1973): Βρισκόμαστε έξω από την πύλη του Πολυτεχνείου όπου το άρ­μα ετοιμάζεται να την γκρεμίσει. Ο κόσμος γύρω είναι ξεσηκωμένος και τρο­μαγ­μέ­νος. Όλοι βλέπουν το άρμα να ’ρχεται κατά πάνω τους χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Τε­λι­κά το άρμα γκρεμίζει την Πύλη και σημαδεύει τους φοιτητές. Οι φοιτητές δίχως ό­πλα, μαζί με τον λαό προσπαθούν να αντισταθούν στη βάρβαρη εισβολή των τανκς. Εί­ναι ξημερώματα της 17ης Νοεμβρίου και ενώ ο στρατός και η αστυνομία είναι ήδη μες στο Πολυτεχνείο, οι φοιτητές δεν μπορούν να αντισταθούν πια. Η μάχη έχει αρ­χί­σει: χιλιάδες πολίτες συλλαμ­βάνονται και πολλοί φοιτητές προσπαθούν να το σκά­σουν και να κρυφτούν στους γύρω δρόμους. Το τέλος της Χούντας έχει ήδη αρχίσει.

Αφηγητής: Ο κύριος Μπάμπης ο δημοσιογράφος περιμένει τον κύριο Ανδρέα Σκευ­ο­φύ­λα­κα στο σπίτι του.

(Τοκ, τοκ!)

Αφηγητής: Ο κύριος Ανδρέας Σκευοφύλακας επιτέλους έφτασε!

Δημοσιογράφος (2012): Γεια σας τι κάνετε, πώς είστε;

Ανδρέας Σκευοφύλακας: Μια χαρά ευχαριστώ! Εάν δεν κάνω λάθος θέλατε να μου πά­ρε­τε μία συνέντευξη για τότε στο Πολυτεχνείο...

Δημοσιογράφος (2012): Ναι! Εάν δεν έχετε πρόβλημα μπορούμε να ξεκινήσουμε. Πα­ρα­κα­λώ περάστε μέσα. Καταρχήν θα ήθελα να σας ευχαριστήσω που μετά από 30 χρό­νια περίπου δέχεστε να σας πάρω αυτή τη συνέντευξη είναι τιμή μου...

Ανδρέας Σκευοφύλακας: Δεν κάνει τίποτα έτσι και αλλιώς κάποτε θα «έξυνα τις πλη­γές του παρελθόντος».
Δημοσιογράφος (2012): Μάλιστα... Η συγκεκριμένη συνέντευξη είναι αφιερωμένη σε ε­σάς γι’ αυτό μιλήστε μας με δικά σας λόγια...

Ανδρέας Σκευοφύλακας: Ευχαριστώ πολύ λοιπόν ξεκινώ: την ημέρα εκείνη ήμουν υ­πη­ρε­σί­α. Στον στρατό είχα δέκα μήνες. Ήμουν εκπαιδευτής στο Κέντρο Τε­θω­ρα­κι­σμέ­νων, στο Γουδί. Τότε οι «μαυροσκούφηδες» ήταν σώμα επίλεκτων. Πήγα ε­θε­λο­ντι­κά. Μόλις άρχισαν τα επεισόδια, μπήκαμε επιφυλακή. «Οι κομμουνιστές καίνε την Α­θή­να» μας έλε­γαν και εμείς τους πιστεύαμε. Θυμάμαι στο στρατόπεδο κάποιοι είχαν ρα­δι­ο­φω­νά­κια και ακούγαμε στα κρυφά τον σταθμό του Πολυτεχνείου. «Πα­λιο­κουμ­μού­νια θα καλοπεράσε­τε!» λέγαμε.

Μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα της 16ης Νοεμβρίου, η ίλη μου πήρε εντολή να ε­τοι­μα­στεί για έξοδο. Αποφασίστηκε να βγουν πέντε δικά μας άρματα, κάτι γαλλικά AMX30. Ε­γώ ή­μουν οδηγός στο πρώτο άρμα που βγήκε στον δρόμο. Στη 1.15 το πρωί της 17ης Νο­εμβρίου φτάσαμε στη διασταύρωση των λεωφόρων Αλεξάνδρας και Κη­φι­σί­ας. Λίγο αρ­γότερα διασχίζαμε την Αλεξάνδρας, όταν στο ύψος του IKA, στη στάση Σό­νια, σταματή­σαμε γιατί ο δρόμος ήταν κλειστός. Υπήρχαν οδοφράγματα, φωτιές και ακινητοποιημένα λεωφορεία. Με διάφορες μανούβρες αριστερά δεξιά, μπρος πί­σω, άνοιξα τον δρόμο και προχωρήσαμε όταν φτάσαμε στη διασταύρωση της λε­ω­φό­ρου Αλεξάνδρας και της οδού Πατησίων, μας έδωσαν εντολή να σταματήσουμε. Ε­κεί, στην πλατεία Αιγύπτου, μείναμε περίπου μία ώρα.

Ο κόσμος θυμάμαι ότι μας φώναζε «είμαστε αδέλφια, είμαστε αδέλφια». Εγώ ήθελα να τους φάω. Τους έβλεπα σαν παράσιτα. Μετά από λίγο μας είπαν να πάμε κοντά στο Πο­λυτεχνείο, αλλά όχι μπροστά στην πόρτα. Αυτό κάναμε. Σταματήσαμε λίγα μέ­τρα πιο πέ­ρα. Φτάνοντας μπροστά στην πόρτα, έστριψα το άρμα προς το Πο­λυ­τε­χνεί­ο, με γυρισμέ­νο το πυροβόλο προς τα πίσω. Θυμάμαι ότι σηκώθηκα από τη θέση μου και εγώ και το άλλο πλήρωμα. Δεκάδες φοιτητές κρέμονταν από τα κάγκελα, ε­νώ εκατοντάδες βρίσκο­νταν στον προαύλιο χώρο. Έδειχναν πανικόβλητοι. Τότε ήρ­θε ο οδηγός εδάφους του άρματος και μου λέει: «Θα μπούμε μέσα, θα ρίξουμε την πύ­λη. Ετοιμάσου!»

Πήρα θέση και ξεκίνησα. Δεν έβλεπα πολλά πράγματα, δεν είχα καλό οπτικό πεδίο, για­τί κοιτούσα πλέον από τη θυρίδα του άρματος. Δέκα εκατοστά πριν από την πόρ­τα, σταμά­τησα. Σταμάτησα σκόπιμα. Αυτό φαίνεται στο βίντεο της εποχής. Στο φρε­νά­ρι­σμα, οι φοι­τητές τρομαγμένοι έφυγαν προς τα πίσω. Αν έμπαινα με ταχύτητα, θα σκότωνα δεκάδες άτομα που εκείνη τη στιγμή ήταν κρεμασμένα στα κάγκελα.

H καγκελόπορτα έπεσε αμέσως. Πίσω από τη σιδερένια πύλη ήταν σταθμευμένο το Μερ­σε­ντές το οποίο είχαν βάλει εκεί οι φοιτητές για να φράξουν την είσοδο. Το έ­κα­να α­λοι­φή. H αριστερή ερπύστρια το έλιωσε. Με το που έπεσε η πύλη του Πο­λυ­τε­χνεί­ου ει­σέ­βα­λαν οι αστυνομικοί για να συλλάβουν τους φοιτητές. Λίγο αργότερα κα­τέ­βη­κα και εγώ α­πό το άρμα και μπήκα στον χώρο του Πολυτεχνείου. Δεν υπήρχε νε­κρός. Θα μπορούσε όμως και να υπάρχουν νεκροί.

ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ ΓΙ’ AYTO ΠΟΥ HMOYN, ΓΙ’ AYTO ΠΟΥ EKANA. Τότε αισθανόμουν ότι έ­κα­να κάτι καλό, κάτι μεγάλο. Στους «μαυροσκούφηδες», στο Γουδί, είχα γίνει ο ήρωας που διέλυσε τους εχθρούς της πατρίδας, τα «παλιοκουμμούνια», όπως λέγαμε τότε τους φοι­τητές. Αυτά μου έλεγαν, αυτά πίστευα. Τι περιμένεις!

Ανδρέας Σκευοφύλακας: Εεε... αυτά ήθελα να πω επίσης αισθάνομαι πολύ ωραία που τα έ­βγαλα από μέσα μου...

Δημοσιογράφος (2012): Μάλιστα. Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας κι ελπίζω κάποια μέ­ρα να ξαναϊδωθούμε.

Αφηγητής: Ο κύριος Σκευοφύλακας φεύγει και ο δημοσιογράφος είναι πολύ χα­ρού­με­νος.

ΠΗΓΗ: εφημερίδα «Το Βήμα» (09.11.2003)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ μη γράφετε με greeklish ή κεφαλαία (σημαίνει ότι φωνάζετε), γιατί τα σχόλια θα διαγράφονται. Πριν τη δημοσίευση ελέγξτε για τυχόν λάθη απροσεξίας, πατώντας στο κουμπί «Προεπισκόπηση». Περισσότερα εδώ.